Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Θυμήσου δάσκαλε…

Τώρα που αρχίζει η σχολική χρονιά, θυμήσου, δάσκαλε. Θυμήσου γιατί έγινες δάσκαλος. Γιατί στα δεκαοκτώ σου, διάλεξες αυτόν τον δρόμο. Θυμήσου, δάσκαλε, όλα όσα ξέρεις καλύτερα από μένα. Όλα όσα η ζωή, η ρουτίνα, η μιζέρια συνωμοτούν να ξεχάσεις.
Θυμήσου δάσκαλε…
Θυμήσου το χαμόγελο. Κανένα παιδί δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ ένα χαμόγελο. Μην μπαίνεις στην τάξη με τη μουράκλα. Ναι, έχεις και συ προβλήματα. Ο άνθρωπός σου, ο σπιτονοικοκύρης σου, η πεθερά σου. Έχεις δίκιο. Όμως, το δίκιο σου μην το ξεσπάς στο παιδί. Το παιδί δεν είναι ούτε ο άνθρωπός σου ούτε ο σπιτονοικοκύρης σου ούτε η πεθερά σου. Δε φταίει. Δεν πρέπει να το χρεωθεί.
Θυμήσου το «μπράβο». Πες το με την καρδιά σου. Ένα «μπράβο» μπορεί να είναι πιο αποδοτικό από όλα τα «διδακτέα» μαζί. Άσε το παιδί που σηκώνει το χέρι του να πάει για «τσίσα». Όντως, μπορεί να κάνει ψιλοκοπάνα του πεντάλεπτου. Όντως, μπορεί να θέλει να αποφύγει το μάθημα. Όμως, αν πρέπει πραγματικά να πάει; Όχι, δεν κάνω πλάκα. Σοβαρολογώ. Καλύτερα να κάνει λούφα ένα παιδί, παρά να αγωνιά ένα άλλο.
Άλλο «κάνω παρατήρηση» και άλλο «ξεφτιλίζω». Ποτέ μην ξεφτιλίζεις ένα παιδί μπροστά στους συμμαθητές του. Ποτέ μην ειρωνεύεσαι, μη σαρκάζεις, μη γελοιοποιείς εκ του ασφαλούς κάποιον που δεν μπορεί να σου απαντήσει. Είσαι μεγάλος, είσαι ετοιμόλογος, είσαι από θέση ισχύος. Μη χρησιμοποιείς αυτά τα όπλα. Ποτέ. Πάνω από τα μαθήματα, πάνω από οτιδήποτε, το σημαντικότερο για ένα παιδί είναι η αξιοπρέπειά του μπροστά στους συμμαθητές του.
Έχεις στα χέρια σου ένα κάκιστο βιβλίο. Καλείσαι να το διδάξεις. Ξέχνα το. Όσο μπορείς. Ξέχνα το και θυμήσου την ουσία. Η ουσία περνάει στα παιδιά. Η
ουσία καταγράφεται. Ποτέ η σελίδα 121 του κεφαλαίου 9.
Άνθρωπος είσαι, κάποιους μαθητές σου τους γουστάρεις περισσότερο από κάποιους άλλους. Μην το δείχνεις. Το ξέρω δεν προφταίνεις, το ξέρω είσαι κουρασμένος, έχεις να διορθώσεις πενήντα ανορθόγραφες εκθέσεις, αλλά ψάξτο καλύτερα. Μπορεί το σπαστικό με τα γυαλάκια στο πίσω θρανίο, που μοιάζει να αδιαφορεί, να είναι απλά πιο ντροπαλό. Πιο ανασφαλές.
Τα παιδιά έχουν ελαττώματα. Το ίδιο κι εσύ. Η διαφορά είναι ότι εσύ είσαι ενήλικος. Τα παιδιά βαριούνται το μάθημα. Το ίδιο κι εσύ. Η διαφορά είναι ότι εσύ είσαι ενήλικος. Τα παιδιά θα ήθελαν να είναι οπουδήποτε αλλού εκτός από μια αίθουσα φουλ στα ημίτονα και στους Βουλγαροκτόνους. Το ίδιο κι εσύ. Η διαφορά είναι ότι εσύ είσαι ενήλικος.
Τα παιδιά δεν έχουν μόνο υποχρεώσεις. Έχουν και δικαιώματα.  Άσχετο, αν εμείς οι μεγάλοι, επειδή δεν μας συμφέρει, φροντίζουμε επιμελώς να τους αποκρύπτουμε το γεγονός. Και τελικά φίλε δάσκαλε: Τα παιδιά θέλουν να σε γνωρίσουν. Τα παιδιά θέλουν να σε αγαπήσουν. Μπορείς να τα βοηθήσεις, να σταθείς δίπλα τους. Μπορείς να δώσεις σχήμα στο παρόν, το μέλλον τους, στη ζωή τους ολόκληρη. Φτάνει να τους δώσεις μια ευκαιρία. Να τους απλώσεις το χέρι. Φτάνει να θυμηθείς γιατί έγινες δάσκαλος, δάσκαλε…


Ακρίτα, Ε. (2004). Και οι ξανθιές έχουν ψυχή, εκδόσεις Καστανιώτης.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Ένα σχολείο γεμάτο αδικίες

Με βάση την στατιστική ανάλυση και επεξεργασία των στοιχείων των αποτελεσμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων […], βλέπουμε πως ο βαθμός επιτυχίας και οι πιθανότητες πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνδέονται άμεσα με τον βαθμό κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης του νομού από τον οποίο προέρχονται οι μαθητές και μαθήτριες. Σε περιοχές με χαμηλούς δείκτες ανάπτυξης, υψηλή ανεργία και χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα οι εξεταζόμενοι έχουν μικρότερες από το μέσο όρο πιθανότητες επιτυχίας. Τα αποτελέσματα μιας ακόμη έρευνας έρχονται να συμπληρώσουν τις ήδη υπάρχουσες έρευνες που δείχνουν τις κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Το ότι δηλαδή η πλειοψηφία των φοιτητών προέρχονται από εύπορες οικογένειες, ενώ ο αριθμός αυτών που προέρχονται από τα πολυπληθέστερα λαϊκά στρώματα (εργάτες, τεχνίτες, αγρότες) είναι αναλογικά εξαιρετικά χαμηλός. Και αυτή η δυσαναλογία αντί να μειώνεται εντείνεται με τη σημαντική αύξηση των εισαγομένων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση που παρατηρούμε στις δύο τελευταίες δεκαετίες. Δηλαδή όσο αυξάνεται ο αριθμός των εισακτέων στα πανεπιστήμια, τόσο μειώνεται αναλογικά το ποσοστό αυτών που προέρχονται από τα οικονομικά αδύνατα στρώματα. Και την στρεβλή αυτή λογική συμπληρώνουνε και αυξάνουν οι ιδιωτικές δαπάνες για την παιδεία (φροντιστήρια, ξένες γλώσσες κλπ.) που αντιστοιχούν σ’ ένα περίπου δισεκατομμύρια ευρώ.» […]
Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι τα παιδιά από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους διαμορφώνουν έξεις, συνήθειες, προδιαθέσεις απέναντι στο σχολείο, την αξία της γνώσης, τη στάση απέναντι σε αυτήν, τη διάθεση να μείνουν «ήσυχα» στο σχολείο, να εργαστούν για αυτό. Μια οικογένεια που διαθέτει οικονομικό και πολιτιστικό κεφάλαιο επενδύει στην καλή σχολική πορεία των γόνων της και εμπεδώνει στο παιδί από τα πρώτα του χρόνια ένα σύστημα προδιαθέσεων, ώστε κατά κάποιο τρόπο να είναι «σχολειοποιημένο», πριν ακόμη περάσει την πόρτα του σχολείου.
Το παιδί αυτό έχει θετική στάση απέναντι στο σχολείο και τις νόρμες του, κατανοεί τη σχολική γλώσσα που είναι ίδια με τον δικό του γλωσσικό κώδικα, θεωρεί αυτονόητες και απόλυτα συμβατές με τις δικές του συνήθειες όλες εκείνες τις «πολιτισμικές πρακτικές του σχολικού θεσμού» (πειθαρχία, τιμωρία, γιορτές, βαθμοί, έλεγχος), οι οποίες είναι σχεδόν ξένες για πολλά παιδιά από τα λαϊκά στρώματα. Αυτή η θετική κοινωνικά διαμορφωμένη προδιάθεση είναι η «δωρεά», το «χάρισμα», ένα χαρακτηριστικό που αφού εμφανίζεται από τα πρώτα χρόνια της σχολικής ζωής προβάλλεται σαν κάτι έμφυτο.
Ο μαθητής που προέρχεται από τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα έχει συγκεκριμένους όρους ζωής και μόρφωσης, που παράγουν πλεονεκτήματα στη σχολική πορεία του σε σύγκριση με τους άλλους μαθητές. Συνήθως διαμένει σε αστικό κέντρο, σε καλό προάστιο, σε μεγάλο σπίτι, έχει παρακολουθήσει νηπιαγωγείο, ξένη γλώσσα, πιθανώς μουσικό όργανο, έρχεται σε επαφή με την οικογενειακή βιβλιοθήκη, κάνει «πλούσιες» διακοπές, έχει εξωσχολικές δραστηριότητες, βοήθεια στο διάβασμα, ιδιωτικό δάσκαλο, πληροφόρηση για τα εκπαιδευτικά πράγματα και τις δυνατότητες εργασιακής αξιοποίησης των σπουδών.
Η καλλιέργειά του είναι σχετική με τη σχολική παιδεία και εφοδιάζεται με μια γενική προδιάθεση στη μάθηση. Οι μη «σχολικές» γνώσεις - με άμεση όμως σχολική χρησιμότητα - που αυτός ο μαθητευόμενος αντλεί από το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον (π.χ. στον πολιτιστικό τομέα, η καλαισθησία, το πνεύμα, η επαφή με το θέατρο, μουσική, ζωγραφική, το μουσείο), σε συνδυασμό με το εκτεταμένο πλέγμα των κοινωνικών διασυνδέσεων που του εξασφαλίζει η καταγωγή του, του δίνει τη δυνατότητα να έρχεται στο σχολείο για να μάθει, για να νομιμοποιήσει σχολικά ό,τι ήδη έχει εμπεδώσει από τη γέννησή του.
Από την άλλη πλευρά του λόφου βρίσκονται οι «απόκληροι», τα παιδιά από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, που βιώνουν καθημερινά τη στέρηση των μορφωτικών αγαθών που συνοδεύει την οικονομική στέρηση. Ζώντας σε ένα στενό σπίτι με- συνήθως- πολλά μέλη και όπου λείπει ο χώρος ξεκούρασης, οι μαθητές των λαϊκών στρωμάτων βρίσκουν πάντα λιγότερες ευκαιρίες πρακτικής εξάσκησης, ανάπτυξης της κινητικής του ικανότητας και της συλληπτικής του διάκρισης. Ανοίγουν τα μάτια τους σε έναν κόσμο γεμάτο από ακατάστατα αντικείμενα, δεν έχουν σταθερή ώρα για το φαγητό ή τον ύπνο ούτε μεθοδικό τρόπο. Μαθαίνουν να υπολογίζουν στις μικροπρόθεσμες χρονικές προοπτικές, όπου κυριαρχεί το παρόν. Λίγες προβλέψεις, επομένως λιγότερα και τα μακρόπνοα σχέδια τους…


Κάτσικας,  Χρ., Ένα σχολείο γεμάτο αδικίες,   εφ. «ΤΑ ΝΕΑ», 14/08/2012

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016