Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

1ο και 2ο ΔΙΗΓΗΜΑ


ΚΑΛΟ ΔΙΑΒΑΣΜΑ, παιδιά. Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ πάντα μας "ανεβάζει" ως υπάρξεις. Συνδυάζει τη Φαντασία με το Ωραίο!


1o ΔΙΗΓΗΜΑ

Βασίλης Παπαθεοδώρου: Στα θρανία ξανά

Ο Λευτέρης δεν ήταν κακό παιδί, δηλαδή δεν ήταν πολύ κακό παιδί. Αλλά δεν έκανε και καλά πράγματα. Όταν είχε έρθει στην τάξη του ο Γιάννης, ο καινούριος συμμαθητής, ο Λευτέρης ήταν ο πρώτος που άρχισε να τον κοροϊδεύει. Κι αυτό γιατί ο Γιάννης ήταν μαύρος…

«Μην τον πλησιάζετε, θα ξεβάψει», έλεγε στους άλλους συμμαθητές του κι αυτοί στην αρχή χαμογελούσαν με αυτό που ο Λευτέρης νόμιζε αστείο. Όμως, επειδή τον ήξεραν από τη γειτονιά κι έπαιζαν κάθε μέρα ποδόσφαιρο μαζί, τελικά πήγαν με το μέρος του και γέλαγαν τελικά με τα πειράγματα του.

Και ο Γιάννης έμεινε μόνος. Μόνος στα διαλείμματα, μόνος στην τάξη στο θρανίο, μόνος και στην επιστροφή για το σπίτι. Ο Γιάννης ήταν ο ξένος, ήταν ο μαύρος, δεν ήταν σαν και τους άλλους.

«Εσύ δεν είσαι σαν κι εμάς, είσαι μαύρος», του είχε πετάξει μια μέρα στα καλά καθούμενα ο Λευτέρης και ο συμμαθητής του δεν είπε τίποτα. Μόνο πήγε παρακεί στο προαύλιο, για να μη δουν οι υπόλοιποι ότι είχε δακρύσει.

Η δασκάλα έκανε παρατηρήσεις στο Λευτέρη, τον έπαιρνε στο γραφείο και του έλεγε ότι δεν είναι σωστό να κοροϊδεύει τον καινούριο του συμμαθητή.

«Μα είναι μαύρος κυρία, δεν το βλέπετε;»

Η δασκάλα είχε φωνάξει και τους γονείς του Λευτέρη, όμως αυτοί υπερασπίστηκαν το γιο τους.

«Έχουμε γεμίσει τα σχολεία μας όλο ξένους, τι θα γίνει με αυτό;», έλεγαν φωναχτά και η κυρία Ειρήνη, η δασκάλα, για να τους ηρεμήσει τους έλεγε ότι ο Γιάννης δεν είναι ξένος, απλά η μητέρα του έχει άλλο χρώμα από τις Ελληνίδες.

«Ε, τότε να πάει σε σχολείο, όπου έχουν άλλο χρώμα οι μαθητές και να μην αγριεύει τα παιδιά μας», απαντούσαν αυτοί κι έφευγαν εκνευρισμένοι.

Ο Γιάννης προσπάθησε να κάνει κάποιους φίλους, δηλαδή άρχισε να μιλά με το Σωτήρη, που κι αυτόν δεν τον έκανε κανείς παρέα γιατί ήταν χοντρός. Επιπλέον καμία ομάδα δεν ήθελε να έχει το Σωτήρη, γιατί θα ερχόταν τελευταία. Οι δυο τους όλη τη χρονιά μίλαγαν μαζί στο προαύλιο, αλλά δεν έκαναν παρέα έξω από το σχολείο.

Όσο πέρναγε η σχολική χρονιά, ο Λευτέρης άρχισε να γίνεται όλο και πιο προσβλητικός στο Γιάννη, έβριζε τη χώρα της μητέρας του, έλεγε πως οι συμπατριώτες του είναι υπηρέτες, ότι δεν μιλά καλά ελληνικά.

«Μα είμαι Έλληνας κι εγώ», τόλμησε να διαμαρτυρηθεί κάποια φορά με δάκρυα στα μάτια ο Γιάννης.

«Δεν έχω δει μαύρους Έλληνες», του είχε απαντήσει ο Λευτέρης, «εκτός από τους βρώμικους»!

Έτσι ήταν μεγάλη ανακούφιση για το Γιάννη όταν τέλειωσαν τα σχολεία, όταν ήρθε το καλοκαίρι και δε θα ξανάβλεπε το συμμαθητή του. Το Λευτέρη δεν τον πείραζε τίποτα, αυτός ήταν χαρούμενος, γιατί οι γονείς του θα περνούσαν δυο μήνες για δουλειές στο εξωτερικό και θα τον έστελναν κατασκήνωση, δηλαδή σε ένα μέρος που δε θα ήταν ακριβώς με σκηνές, αλλά κανονικά σπιτάκια, που τα παιδιά θα έπαιζαν κάθε μέρα και θα έκαναν δραστηριότητες.

«Γιούπιιιιι!!!!!», είχε φωνάξει ο Λευτέρης μόλις το πρωτάκουσε. Θα ήταν ο μόνος στο σχολείο που θα είχε κάνει αυτές τις φανταστικές διακοπές το καλοκαίρι. Όλοι οι άλλοι θα πήγαιναν ξανά στα χωριά τους, όπως και κάθε χρόνο και δε θα είχαν τίποτα να διηγηθούν, όταν γύρναγαν στο σχολείο το Σεπτέμβρη. Ενώ αυτός!!!

Η αναμονή μεγάλωνε την περιέργειά του. Ήθελε να είναι κιόλας εκεί, να γνωρίσει τα παιδιά από τις άλλες χώρες, να μιλήσει μαζί τους αγγλικά που του άρεσαν. Το χωριό ήταν κάπου στην Κεντρική Ευρώπη, δεν είχε ξαναπάει σε αυτά τα μέρη και ήθελε πάρα πολύ να τα γνωρίσει. Θα έβγαζε και ένα σωρό φωτογραφίες, που θα τις έδειχνε μετά στους άλλους, να ζηλέψουν.

Έτσι, την πρώτη μέρα στο καινούριο του σχολείο, αυτό που θα πέρναγε όλο του το καλοκαίρι, ήταν τρισευτυχισμένος. Πήγε να μιλήσει στα άλλα παιδιά, από τις βόρειες χώρες, αλλά αυτά είχαν κάνει τις παρέες τους. Στην αρχή δεν του έδωσαν σημασία, όσο περνούσε όμως η μέρα και οι υπόλοιπες μέρες και οι εβδομάδες, τόσο αυτά απέφευγαν το Λευτέρη. Αυτός δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει.

«Μα καλά, γιατί δε μου μιλάτε; Τι σας έχω κάνει;», είπε μια μέρα σε ένα αγόρι, όταν η δασκάλα τον έβαλε υποχρεωτικά σε μια ομάδα.

«Δεν είσαι σαν κι εμάς…»

«Μα τι εννοείς; Αφού είμαι σαν κι εσάς, είμαι κι εγώ άσπρος, δε με βλέπετε;»

«Ναι, αλλά εμείς είμαστε ακόμα πιο άσπροι…»

Από τότε ο Λευτέρης άρχισε να βλέπει κακά όνειρα στον ύπνο του, εφιάλτες. Ήταν λέει σε μία πόλη, όπου οι κάτοικοί της ήταν οι σούπερ-άσπροι κι αυτός ήταν ο υπηρέτης τους. Όταν τον έβλεπαν στο δρόμο, τον έπαιρναν με τις πέτρες. Ακόμα και οι γονείς του δεν είχαν καλύτερη τύχη. Η μαμά του δούλευε σε μια σούπερ-άσπρη κυρία, έπλενε, σφουγγάριζε, σιδέρωνε και η κυρία τής φερόταν με το χειρότερο τρόπο, της πετούσε στο πάτωμα ένα κομμάτι ψωμί, για να ταΐσει όλη της την οικογένεια. Και ο μπαμπάς του δούλευε σε έναν σούπερ-άσπρο εργοδότη, που το έβριζε όλη τη μέρα και τον έβαζε να κουβαλά και να φορτώνει και να γυαλίζει τις μηχανές, ενώ οι υπόλοιποι σούπερ-άσπροι υπάλληλοι τον έβλεπαν και γέλαγαν.

Και ο Λευτέρης ξύπναγε γεμάτος ιδρώτα και δεν ήθελε να ξανακοιμηθεί, γιατί φοβόταν πως θα ξανάβλεπε αυτά τα όνειρα. Και όταν ξημέρωνε το πρωί, δεν ήθελε να πάει σε αυτό το σχολείο πάλι, γιατί ήξερε ότι κανείς δεν θα τον έκανε παρέα κι όλοι θα τον κορόιδευαν.

Έβλεπε από την άλλη ότι και οι γονείς του δεν είχαν καμία παρέα, έκαναν τις δουλειές τους και γύρναγαν στο σπίτι και κάθονταν και οι τρεις να φάνε και να δούνε τηλεόραση, χωρίς να έχουν έναν άνθρωπο να μιλήσουν. Αχ, τι ωραία θα ήταν να βρίσκεται στο χωριό του, με τον παππού και τη γιαγιά και τους άλλους φίλους του που θα τον περίμεναν για καλοκαίρι για να παίξουν και να πάνε για μπάνιο. Ή πάλι τι ωραία θα ήταν να έμενε έστω στην πόλη, στην πολυκατοικία του και να πηγαίνει κάθε απόγευμα στην πλατεία, να παίζει με τα άλλα παιδιά και να γυρνά το βράδυ, όταν έχει για τα καλά νυχτώσει;

Ο Λευτέρης δεν έβγαλε τελικά πολλές φωτογραφίες από το καλοκαίρι του, είχε κάποιες με τους γονείς του σε κάποια εκδρομή στα γύρω χωριά και μερικές από το σχολείο του την πρώτη μέρα. Αλλά κι αυτές δεν ήθελε να τις βλέπει, ούτε θα τις έδειχνε στους συμμαθητές του. Θα τους έλεγε ότι είχε χάσει τη φωτογραφική του μηχανή, φοβόταν μήπως τον κοροϊδέψουν που τα πέρασε άσχημα.

Όταν, λοιπόν, πήγε την πρώτη μέρα στο σχολείο, για να κάνει αγιασμό και μετά μπήκε στην τάξη, η έκπληξή του ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Σχεδόν όλα τα παιδιά μίλαγαν κι έκαναν παρέα με το Γιάννη και το Σωτήρη, τους είχαν δεχτεί σαν φίλους, έπαιζαν μαζί τους το καλοκαίρι, όταν αυτός βρισκόταν στην Ευρώπη, στο καλοκαιρινό του σχολείο. Και μπορεί στους συμμαθητές του να έλεγε το πόσο καλά αγγλικά είχε μάθει τους μήνες που πέρασαν, αλλά αυτό δεν ενδιέφερε κανένα παιδί, γιατί είχαν κάνει όλα τους μπάνια, πολλά μπάνια, και καινούριους φίλους και είχαν παίξει, τρέξει και χαρεί.

Και όταν είδε ότι τα περισσότερα παιδιά τού γύρναγαν την πλάτη και δεν είχαν όρεξη να μιλήσουν μαζί του, τότε κι αυτός δεν άντεξε και ρώτησε

«Σας έχω κάνει κάτι; Γιατί δε μου μιλάτε;»

Τότε ένας συμμαθητής του γύρισε και του είπε:

«Σε αποφεύγουμε, γιατί δεν είσαι σαν κι εμάς … είσαι κακό παιδί…»

Ο Λευτέρης άρχισε να καταλαβαίνει το λάθος του. Ήθελε να το διορθώσει, αλλά μάλλον ήταν αργά. Ό,τι είχε κάνει την προηγούμενη χρονιά, το πλήρωνε τώρα. Το είχε μετανιώσει σίγουρα, αλλά σε ποιον να το έλεγε; Ποιος θα τον άκουγε;

Έβλεπε το Γιάννη και το Σωτήρη να τρέχουν και να γελάνε με τους άλλους, έβλεπε καινούρια παιδιά στο σχολείο, από ξένες χώρες, να μιλάνε και να κάνουν παρέα με παλιούς συμμαθητές και ζήλευε. Αλλά δεν ήταν που ζήλευε τα άλλα παιδιά, όσο που κατηγορούσε τον εαυτό του.

Απομακρύνθηκε από τη μέση του προαυλίου και πήγε να σταθεί σε μια γωνιά, για να μην τον βλέπουν. Και τότε, μετά από λίγη ώρα, έγινε αυτό που δε θα φανταζόταν ούτε στα όνειρά του. Ο Γιάννης τον πλησίασε και τον ρώτησε πώς τα πέρασε το καλοκαίρι.

«Όχι και τόσο καλά», απάντησε με ειλικρίνεια ο Λευτέρης. «Πιστεύω, όμως, εσύ να τα πέρασες καλά».

Ο Γιάννης του χαμογέλασε.

«Λευτέρη, δεν έχω βρει ακόμα διπλανό. Θέλεις να κάτσουμε μαζί;»

Ο Λευτέρης τον κοίταξε συγκινημένος αλλά και γεμάτος ευγνωμοσύνη.

«Θέλω», του είπε με σιγουριά.

Οι δυο συμμαθητές άρχισαν να προχωρούν προς τις τάξεις κουβεντιάζοντας.

Ο Λευτέρης αισθάνθηκε ότι έπρεπε να πει ένα μεγάλο «συγγνώμη» στον Γιάννη. Κι ένα μεγάλο «ευχαριστώ». Δε βιάστηκε όμως. Ήξερε τελικά ότι όλη την επόμενη χρονιά θα είχε κάθε μέρα την ευκαιρία του, για να τα πει. Κι όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και στη γειτονιά. Γιατί ο Γιάννης ήταν πλέον φίλος του. Και τους φίλους τους συναντάς κάθε μέρα και δε ντρέπεσαι να τους μιλήσεις. Για τους φίλους ποτέ δεν είναι αργά!

 

Εργασίες:

: Να περιγράψεις τον Γιάννη (εξωτερική εμφάνιση και εσωτερικός κόσμος, δηλαδή χαρακτήρας και συμπεριφορά) με βάση στοιχεία του διηγήματος και τη δική σου φαντασία. (Κείμενο 80 περίπου λέξεων)

2η: Δώσε μια επιπλέον εξέλιξη στο διήγημα. Για παράδειγμα ότι μια μέρα ένας εκπαιδευτικός μιλάει ρατσιστικά στο Γιάννη ή το Σωτήρη, οπότε αναλαμβάνει να τον υπερασπιστεί ο Λευτέρης. Γράψε (σε κείμενο πάνω από 50 λέξεις) τι θα έλεγε στο ρατσιστή εκπαιδευτικό.

…………………

2o ΔΙΗΓΗΜΑ

Βασίλης Παπαθεοδώρου: Γυμναστικές επιδείξεις

Ο Παντελής ζήλευε πολύ, από μικρός. Δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος, αφού οι γονείς του και ο παππούς με τη γιαγιά του είχαν αδυναμία. Αυτό όμως δεν τον καθησύχαζε καθόλου. Στην αρχή ζήλευε το σκύλο που είχαν στο σπίτι, αναρωτιόταν γιατί έπρεπε να τον βγάζουν δυο και τρεις φορές τη μέρα για βόλτα, ενώ τον ίδιο τον έβγαζαν μόνο μία.

«Για να κάνει πιπί», του απαντούσε γελαστά η μητέρα του, «θέλεις να βγάζουμε και σένα στη γειτονιά για πιπί;».

Εκεί γέλαγε και ο Παντελής με την καρδιά του και σταμάταγε τη γκρίνια.

Έπειτα ήρθε η μικρή του αδελφή. Ο Παντελής της τράβαγε τα πόδια και τη χτύπαγε, όταν δεν τον έβλεπαν οι δικοί του. Αυτή έβαζε τα κλάματα και οι γονείς του νευρίαζαν, που το μικρό τους μωρό ήταν πάντα πολύ κλαψιάρικο. Ο Παντελής, κρυμμένος πίσω από την πόρτα χαιρόταν να βλέπει τους δικούς του να τα βάζουν με το μωρό.

Μετά ήρθε το νηπιαγωγείο και το σχολείο. Μαζί με τα άλλα παιδάκια, ο Παντελής ένιωθε άσχημα για το όνομά του. Παντελής; Τι πάει να πει Παντελής; Γιατί το άλλο παιδάκι λεγόταν Αλέξανδρος και ο άλλος Αχιλλέας; Ή έστω Κωνσταντίνος, Παύλος ή Πέτρος; Χάθηκε να δίνανε ένα τέτοιο όνομα και σ’ αυτόν;

«Γιατί έτσι λένε τον παππού», τον ηρεμούσε ο πατέρας του και ο μικρός Παντελής για κάποιες μέρες δεν ήθελε να μιλήσει στον παππού.

Πάντως εκεί που ένιωθε κάπως καλύτερα ήταν μέσα στην τάξη. Ήταν από τους πρώτους μαθητές, από τους καλύτερους στη γυμναστική, στη μουσική και στη ζωγραφική. Και φαίνεται πως τα άλλα παιδιά τον παραδέχονταν. Κι αυτό άρεσε στον Παντελή. Και μάλιστα χαιρόταν που την επόμενη χρονιά θα έφευγαν δυο άλλα παιδιά σε άλλα σχολεία και θα έμενε ο πρώτος και καλύτερος.

Όμως καμιά φορά τα πράματα δεν έρχονται όπως τα θέλει κανείς. Την επόμενη χρονιά έφυγαν τα δύο άλλα παιδάκια, αλλά ήρθε ο Δημήτρης. Ο Δημήτρης ήταν ο καλύτερος μαθητής και έτρεχε γρηγορότερα από όλους. Η τάξη τον συμπάθησε αμέσως, γιατί στους αγώνες που είχαν με το άλλο τμήμα ερχόταν πάντα πρώτος και έδινε τη νίκη στο δικό του τμήμα.

Ο Παντελής δεν είχε πια όρεξη να κάνει τα μαθήματά του. Θα είχε κάποιο νόημα να έρχεται πάντα δεύτερος; Να είναι κάποιος άλλος πάντα ο καλύτερος αντί γι’ αυτόν;

«Τα μαθήματα τα κάνεις για σένα, Παντελάκο, όχι για τους άλλους. Για να γίνεις εσύ καλύτερος…», του έλεγε η μητέρα του, για να τον φιλοτιμήσει κι ο Παντελής έβρισκε κάπως την όρεξή του, μέχρι να την ξαναχάσει την επόμενη φορά. Κι αυτό γινόταν όλο το φθινόπωρο κι όλον το χειμώνα.

Τα Σαββατοκύριακα έπαιρνε θάρρος και έλεγε πως από τη Δευτέρα θα τον τσακίσει το Δημήτρη, αλλά τις υπόλοιπες μέρες έβαζε τα κλάματα. Κυρίως, όταν έβλεπε πως στα διαλείμματα όλα τα αγόρια πήγαιναν με το Δημήτρη και τον είχαν σαν αρχηγό τους, αυτός κλεινόταν πολλές φορές στην τουαλέτα και περίμενε να στεγνώσουν τα μάτια του από τα δάκρυα, για να μην τον δούνε κλαμένο οι συμμαθητές του.

Μέχρι που είδε κι απόειδε ότι θα έμενε μόνος του και ξανάρχισε να κάνει παρέα με τα άλλα παιδιά. Όμως στο μυαλό του είχε να λέει πάντα άσχημα λόγια για τον Δημήτρη όταν μπορούσε.

«Όλο τον έξυπνο μας κάνει». «Θέλει να κάνει τον αρχηγό…»

Αυτά και άλλα έλεγε ο Παντελής. Μερικοί μάλιστα συμφωνούσαν μαζί του κι αυτό έκανε τον Παντελή να νιώθει καλύτερα.

Τα βράδια στην προσευχή του ο Παντελής ζήταγε από το Θεό «να είναι ο καλύτερος μαθητής» και «ο πιο γρήγορος» και να «τον έχουν όλοι για αρχηγό». Από μέσα του, όμως, ευχόταν να πάθει κάτι ο Δημήτρης, αλλά αυτό ντρεπόταν να το πει στο Θεό. Απλά το ήθελε πολύ!

Όσο περνούσε ο καιρός και μεγάλωνε η μέρα, τόσο άρχιζαν να ξεμυτίζουν τα παιδιά από τα σπίτια τους. Μαζεύονταν κάποιες παρέες στους δρόμους, αλλά κυρίως στο προαύλιο της εκκλησίας και τρέχανε ή παίζανε. Την πρώτη φορά που είδε ο Παντελής τον Δημήτρη μπροστά του, ταράχτηκε. Δεν περίμενε να μένουν τόσο κοντά, νόμιζε ότι έμενε σε παραπέρα γειτονιά. Εκείνη την ώρα παίζανε τα αγόρια ποδόσφαιρο και ο νέος τους συμμαθητής τους πλησίασε.

«Αν υπάρχει θέση και για μένα, μπορώ να παίξω;», ρώτησε ο Δημήτρης δειλά-δειλά τη συντροφιά.«Κρίμα, δεν υπάρχει θέση, έχουμε κάνει τις ομάδες μας και παίζουμε κάθε απόγευμα οι ίδιοι», απάντησε αμέσως ο Παντελής, χωρίς να αφήσει να πεταχτεί κάποιος άλλος και να προσκαλέσει το Δημήτρη.

Το αγόρι δεν επέμεινε, κάθισε σε ένα παγκάκι και έβλεπε τους άλλους μόνος του. Ο Παντελής χάρηκε τόσο πολύ εκείνο το απόγευμα, που είδε το συμμαθητή του να είναι μόνος του. Χάρηκε επίσης που και τα άλλα παιδιά δεν του μίλησαν καθόλου.

Έτσι κύλαγαν οι μέρες και τα πιο πολλά αγόρια έπαιζαν ποδόσφαιρο τα απογεύματα, ενώ ο Δημήτρης άρχισε να κάνει βόλτες μονάχος του με το ποδήλατό του.

«Δε θα έρθω σήμερα το απόγευμα για μπάλα», είπε κάποιο μεσημέρι ο Χάρης, ένας άλλος συμμαθητής στα παιδιά της ομάδας. «Θέλω να κάνω κι εγώ ποδήλατο, θα πάω βόλτα με το Δημήτρη πέρα από τον κεντρικό δρόμο».

«Αν δεν έρθεις σήμερα, τότε θα πάρει άλλος τη θέση σου και δε θα ξαναπαίξεις μαζί μας», του απάντησε ο Παντελής, με φόβο μήπως ο Δημήτρης αρχίσει να μαζεύει ξανά τα αγόρια γύρω του.

«Μα είναι μόνο για σήμερα», παραπονέθηκε ο Χάρης. «Θα έρθω ξανά αύριο».

«Αυτό σημαίνει ότι μας πουλάς», του είπε κοφτά ο Παντελής και ο Χάρης πήγε τελικά το απόγευμα για ποδόσφαιρο.

Και η αλήθεια είναι ότι ο Παντελής είχε καταφέρει να αποκλείσει το Δημήτρη από τη γειτονιά, να μην του αφήσει περιθώριο να κάνει καινούριους φίλους. Και τον ευχαριστούσε αφάνταστα αυτό.

Τα καλά πράματα, όμως, μπορούν να κρατήσουν και λίγο. Έτσι σε κάποιες εβδομάδες, η δασκάλα τους και ο γυμναστής του σχολείου, τους ανακοίνωσαν ότι στο τέλος της χρονιάς θα γίνουν γυμναστικές επιδείξεις. Τα παιδιά χωρίστηκαν σε ομάδες, άλλα θα έκαναν ελληνικούς χορούς, άλλα τραγούδι, κάποια θα έφτιαχναν ένα μικρό θεατρικό, τα περισσότερα όμως θα έπαιρναν μέρος σε αθλήματα.

«…και στο τρέξιμο θα πάρουν μέρος ο Δημήτρης και ο Παντελής…», ανακοίνωσε ο γυμναστής ξεσηκώνοντας ενθουσιασμό στα άλλα παιδιά.

«Ναιαιαια…. ζήτωωωωω…. θα νικήσουμεεεεε….», φώναζαν όλοι οι συμμαθητές, εννοώντας βέβαια το Δημήτρη. Τον Παντελή τον είχαν ξεχάσει όλοι.

«Θεέ μου, κάνε να του συμβεί κάτι», είπε ο Παντελής από μέσα του, με μάτια που τα φώτιζε η ζήλεια.

Δυστυχώς αυτό το «κάτι» δεν άργησε να έρθει.

Ο Παντελής έβλεπε το συμμαθητή του στις προπονήσεις και στις δοκιμές να έρχεται πρώτος, να νικά άνετα όλους τους υπόλοιπους. Και τον έβλεπε το απόγευμα να κάνει βόλτες με το ποδήλατό του, μόνος του, όπως πάντα. Ζήλευε το πρωί, αλλά χαιρόταν το απόγευμα.

Ένα βραδάκι, σαν όλες τις άλλες μέρες, τα παιδιά έπαιζαν πάλι ποδόσφαιρο στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Ο Δημήτρης έκανε πάλι βόλτες με το ποδήλατό του. Σε κάποια στιγμή κι ενώ το πάθος για τον αγώνα είχε πορώσει τα μικρά αγόρια, η μπάλα ξέφυγε από το προαύλιο και άρχισε να κυλά στο δρόμο. Ο Παντελής έτρεξε να την πιάσει, φωνάζοντας στους συμπαίκτες του, χωρίς να βλέπει πού πηγαίνει. Είχε σκοτεινιάσει κάπως, οι λάμπες του δρόμου δεν είχαν ακόμα ανάψει. Χωρίς να προσέχει, βγήκε στο δρόμο κι έκανε να πιάσει την μπάλα. Τότε άκουσε ένα φρενάρισμα, ενώ ένιωσε ένα χέρι να τον σπρώχνει και να τον πετά στο πεζοδρόμιο. Ο Παντελής έπεσε στο τσιμέντο και πόνεσε, αλλά είχε τόσο εξοργιστεί με αυτόν που τον έσπρωξε που σηκώθηκε αμέσως, έτοιμος για καβγά. Και τότε είδε όλη τη σκηνή.

Στη μέση του δρόμου βρισκόταν πεσμένος και χτυπημένος ο Δημήτρης, το αμάξι είχε φρενάρει και τον είχε ρίξει κάτω, ενώ το ποδήλατό του είχε σμπαραλιαστεί. Ο κόσμος έτρεχε να βοηθήσει το μικρό αγόρι, ο οδηγός τα είχε χαμένα, ο Παντελής είχε μείνει ακίνητος και φοβισμένος να κοιτάει τη σκηνή. Ο Δημήτρης τον είχε σώσει την τελευταία στιγμή, μπαίνοντας μπροστά αυτός και το ποδήλατό του και σπρώχνοντάς τον. Ο Δημήτρης που βρισκόταν τώρα κάτω στο δρόμο με το ένα πόδι σπασμένο.

Ο Παντελής σκέφτηκε τις ευχές που έκανε και του ήρθε να βάλει τα κλάματα. Ο συμμαθητής του δε θα έτρεχε πια στις γυμναστικές επιδείξεις, θα πήγαινε στο νοσοκομείο και θα του φόραγαν γύψο. Ο Παντελής θα ήταν ο πρώτος των πρώτων πλέον, όλοι θα φώναζαν γι’ αυτόν και θα τον ζητωκραύγαζαν.

Είχε όμως πια καμία σημασία αυτό;

Τις επόμενες ημέρες ο Παντελής επισκέφθηκε αρκετές φορές το άλλο αγόρι στο νοσοκομείο. Και όλες τις φορές αισθανόταν άσχημα που είχε κάνει αυτές τις σκέψεις. Και ακόμα πιο άσχημα αισθάνθηκε όταν ο Δημήτρης του είπε:

«Θα τρέξεις και για τους δυο μας. Θα νικήσεις, το ξέρω, γιατί είσαι ο καλύτερος».

Ο Παντελής έτρεξε στις γυμναστικές επιδείξεις. Και νίκησε με μεγάλη διαφορά. Όλη η τάξη τον ζητωκραύγασε. Και όταν του φόραγαν το μετάλλιο στο λαιμό, ο Παντελής πήρε το μικρόφωνο. Ο κόσμος όλος σιώπησε για να ακούσει το μικρό αγόρι. Και τότε αυτός, με δάκρυα στα μάτια και δείχνοντας προς τις εξέδρες ένα αγόρι, με γύψο στο ένα πόδι, είπε:

«Αυτό το μετάλλιο ανήκει στο συμμαθητή μου… στο Δημήτρη… τον φίλο μου…»

Όλος ο κόσμος χειροκρότησε και ζητωκραύγασε, και τα δύο παιδιά, για πρώτη φορά. Ο Παντελής ανέβηκε στην εξέδρα, έβγαλε το μετάλλιο από το λαιμό του και το φόρεσε στον φίλο του…

 

Εργασία:

: Γράψε 2-3 πράγματα που σου έκαναν εντύπωση και σε προβλημάτισαν στο παραπάνω διήγημα.


Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Πόσο ξεπέσαμε ως κοινωνία; Κι όμως κάτι αλλάζει…


 

Ψύχραιμη ματιά

Επιμέλεια: Βασίλης Αλεξίου, Φιλόλογος [1]


24 Ιουνίου 2020 Ρέθυμνο: Βιασμός διαρκείας συγκλόνισε την Κρήτη και όχι μόνο. Συγκλονιστική ήταν η κατάθεση της 27χρονης, η οποία μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο πατέρας της τη βίαζε συστηματικά για 15 (!!!) χρόνια, ακόμη και όταν στο διπλανό δωμάτιο κοιμόταν η μητέρα της. Ο 55χρονος κρίθηκε ομόφωνα ένοχος και τελικά του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 10 ετών, κατά συγχώνευση, χωρίς να δοθεί αναστέλλουσα δύναμη στην έφεσή του. Ανατριχίλα προκάλεσε η κατάθεση του δράστη. «Ήταν πάρα πολύ όμορφη και πάθαινα πλάκα όταν την έβλεπα!» είπε μεταξύ άλλων, ο κατά τα άλλα πατέρας…

24 Ιουνίου 2020 Θεσσαλονίκη Μια θλιβερή κι άκρως αποκρουστική ιστορία ξεσκεπάστηκε ύστερα από έρευνα των Αρχών κι αποκάλυψε τη φρίκη που βίωναν δύο γυναίκες και δύο παιδιά στη Θεσσαλονίκη. Ένας 70χρονος άνδρας, πατέρας 29χρονης σήμερα γυναίκας κακοποιούσε την κόρη του και την ετεροθαλή αδελφή της (39 ετών σήμερα) όσο αυτές ήταν ανήλικες, με χρήση σωματικής βίας και προβαίνοντας σε ασελγείς πράξεις σύμφωνα με τις Αρχές.


Πόσο ξεπέσαμε ως κοινωνία; Κι όμως κάτι αλλάζει…

Το θέμα[2] κατάντησε να βρίσκεται στην επικαιρότητα σε εβδομαδιαία βάση (ενίοτε και σε ημερήσια, όπως φαίνεται από τα παραπάνω συμβάντα). Σαν να είναι κάτι φυσιολογικό. Σαν να είναι ένα πρόβλημα καθημερινότητας. Δεν είναι όμως… Στη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών ειδικά, αν ο δράστης είναι πρόσωπο οικείο και αγαπητό στο παιδί, το εκβιάζει ότι, αν μιλήσει για το «μυστικό τους», τότε κάθε σύνδεση ανάμεσά τους θα χαθεί.
Αλήθεια θεωρεί (;) η Πολιτεία ότι χτυπάει στη ρίζα το κακό με την ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος του κάθε «σεξουαλικά αρρώστου», η οποία (ποινική δίωξη) αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, οπότε πραγματώνεται ευχερέστερα ο κολασμός των παραπάνω αδικημάτων; Διορθώνεται το πρόβλημα έτσι κατασταλτικά μέσω και του ευτελισμού του παραβάτη; Εγώ δεν το πιστεύω.
Ας δούμε, όμως, φίλοι μου, το θέμα ψυχραιμότερα- όσο δηλαδή ψύχραιμα μπορεί να ιδεί κανείς ένα τέτοιο θέμα, αφού δυσκολεύεται να φανταστεί ένας κοινός νους πως είναι δυνατόν ένας ενήλικας να χρησιμοποιήσει ένα παιδί για τη δική του σεξουαλική ικανοποίηση, εστιάζοντας κυρίως στα κακοποιημένα (σεξουαλικώς) παιδιά[3].
Η κακοποίηση τραυματίζει βάναυσα την ευάλωτη παιδική ψυχή. Το παιδί, ακόμη και όταν δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει, ξέρει ότι αυτό που γίνεται είναι λάθος αλλά νιώθει αδύναμο να το σταματήσει. Η σύγχυση το παραλύει. Υποφέρει, πανικοβάλλεται, νιώθει ντροπή και ενοχές ότι το ίδιο φταίει, ότι προκάλεσε αυτό που του συμβαίνει. Άλλωστε πολλές φορές ο δράστης του λέει ακριβώς αυτό. Το παιδί θέλει να το πει σε κάποιον, να ζητήσει βοήθεια, αλλά σιωπά φοβισμένο. Μπορεί ο δράστης να το έχει απειλήσει, αλλά πιο συχνά είναι ο συναισθηματικός εκβιασμός που οδηγεί στην σιωπή. Ειδικά, αν είναι πρόσωπο οικείο και αγαπητό, ο δράστης εκβιάζει το παιδί ότι, αν μιλήσει για το «μυστικό τους», τότε κάθε σύνδεση ανάμεσά τους θα χαθεί. Κάποιες φορές τα θύματα σιωπούν, για να προστατεύσουν το δράστη ή γιατί φοβούνται ότι η αποκάλυψη θα διαταράξει την οικογένεια και θα πληγώσει θανάσιμα τους αγαπημένους τους. Άλλες φορές φοβούνται ότι οι άλλοι δε θα τους πιστέψουν ή θα τους κατηγορήσουν για την κακοποίηση. Εν τέλει κάποια κορίτσια- γυναίκες σήμερα- βρίσκουν τη δύναμη τα πάνε τους βιαστές τους στα δικαστήρια.
Κοντολογίς, αν μένει  κάτι θετικό από τα παραπάνω γεγονότα αυτό είναι  ότι έστω και καθυστερημένα τα θύματα κατήγγειλαν το βιαστή πατέρα τους, λυτρώνοντας έτσι τον εαυτό τους. Ίσως έτσι μπορέσουν να διώξουν κάπως τους εφιάλτες της ζωής τους, αναζητώντας ένα ανδρικό πρότυπο- λυτρωτή της μετέπειτα ζωή τους…


[1] Ο κ. ΑΛΕΞΙΟΥ αρθρογραφεί στην εφημερίδα της Καρδίτσας «Πρωινός Τύπος» στο φύλλο του Σαββατοκύριακου. (Για τυχόν επισημάνσεις, παρατηρήσεις, επικοινωνία κ.τ.λ: vaalexiou@yahoo.gr)
[2] Για το οποίο επανειλημμένως έχουμε μιλήσει (βλέπε ενδεικτικά: 14 και 17/ 7/ 2016 «Σεξουαλική κακοποίηση παιδιών», 6/10/2016 «Σεξουαλική κακοποίηση: Μια αιμάσσουσα κοινωνική πληγή», 15/7/2017 «Η ανοχή είναι συνενοχή» σελ. 3.
[3] Εννοείται πως μεγάλο αναγνωστικό ενδιαφέρουν θα είχε και ένα κείμενο που θα εστίαζε στα βιώματα- κυρίως τα παιδικά- των ανθρώπων αυτών που τώρα κακοποιούν οι ίδιοι, όντες ενήλικοι, παιδιά!

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Δυο απόψεις με αφόρμηση το θέμα της Έκθεσης στις Πανελλήνιες




Ψύχραιμη ματιά

Επιμέλεια: Βασίλης Αλεξίου, Φιλόλογος[1]
                                                                                       



Δυο απόψεις με αφόρμηση το θέμα της Έκθεσης στις Πανελλήνιες


Πρώτη άποψη (ειδικά για τους μαθητές του Λυκείου) Μόνο ως κακόγουστο αστείο μπορεί να χαρακτηριστεί το φετινό θέμα της Έκθεσης στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Το να ρωτά, δηλαδή, η Επιτροπή Εξετάσεων τους μαθητές που είναι από το πρωί μέχρι το βράδυ πάνω από τα σχολικά βιβλία και μπαινοβγαίνουν από φροντιστήριο σε φροντιστήριο ποια είναι η σχέση τους με την ανάγνωση των βιβλίων -πέραν των σχολικών- και την επαφή τους με την Ποίηση! Όταν οι μαθητές- ειδικά στις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου- δεν έχουν καθόλου ελεύθερο χρόνο, όταν τρέχουν από το ένα μάθημα στο άλλο, όταν θα πρέπει να καλύψουν την ύλη τουλάχιστον 3-4 φορές, πριν δώσουν εξετάσεις. Όταν τους κόβουν κάθε άλλη δραστηριότητα «μαχαίρι» λέγοντας τους «έλα μωρέ υπομονή, όχι ταινίες, όχι βιβλία, όχι έρωτες, όχι προπόνηση. Υπομονή, ένα-δυο χρόνια είναι και μετά θα έχεις όλη η ζωή μπροστά σου.»!
Στην εξέταση δόθηκαν τρία κείμενα. Το πρώτο, του συγγραφέα Θεόδωρου Γρηγοριάδη, για τη σημασία της ανάγνωσης, το δεύτερο του συγγραφέα, μεταφραστή Κώστα Τσιρόπουλου για τη σημασία της γραφής και το τρίτο ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου για το ρόλο της ποίησης στην καθημερινή μας ζωή. Οι θεματικές αυτές ήταν, βέβαια, εντός εξεταστέας ύλης. Σκεφτείτε, όμως, τις απαντήσεις των υποψηφίων. Τι θα έγραψαν άραγε οι περισσότεροι; Εγώ δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι επιδόσεις των μαθητών θα είναι κακές!
Δεύτερη άποψη (πριν οι μαθητές φτάσουν στο Λύκειο) Έχουμε εμφυσήσει στα παιδιά μας την αγάπη για το εξωσχολικό διάβασμα (βιβλιοφιλία) και ιδιαίτερα για τη Λογοτεχνία; Όλοι οι συγγραφείς συμφωνούν ότι ο ρόλος του γονιού είναι καθοριστικός: «Να διαβάζετε με τα παιδιά σας συχνά μαζί, δυνατά», προτρέπει η Ελένη Ανδρεάδη, ενώ ο Ευγένιος Τριβιζάς παροτρύνει τους γονείς να επιλέγουν παιδικά βιβλία που και οι ίδιοι απολαμβάνουν. Στέκεται, επίσης, στη συνύπαρξη παιδιού και γονιού πάνω από ένα βιβλίο: «Αν οι γονείς διαβάζουν στο παιδί μια ιστορία που αφήνει τους ίδιους αδιάφορους, εκείνο διαισθάνεται και αντιδρά ανάλογα. Αν όμως διασκεδάζουν οι ίδιοι με την όλη διαδικασία, τότε είναι πολύ πιο πιθανό να μεταδώσουν στο παιδί την αγάπη για το διάβασμα». Φυσικά, πολύ σημαντικό είναι να αγαπούν οι ίδιοι οι γονείς τα βιβλία και να τους βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν και να αντλούν απόλαυση από αυτό.
Όμως, το κάνουν αυτό οι γονείς από την παιδική κιόλας ηλικία του παιδιού τους; Οι περισσότεροι όχι! Αντίθετα είναι οι ίδιοι «κολλημένοι» στο Facebook ή στο instagram! Όταν οι ίδιοι οι γονείς δε διαβάζουν βιβλία, θα κάνουν το ίδιο και τα παιδιά, γιατί έχοντας αυτό ως παράσταση η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη μνήμη του παιδιού ως καλό και σωστό και αργότερα ως μαθητές Δημοτικού και Γυμνασίου περνούν αρκετές ώρες της μέρας με τη σειρά τους, χαζεύοντας στο Facebook ή στο instagram, ενώ, όταν θέλουν να βρουν κάτι, προτιμούν να το ψάξουν στο διαδίκτυο πάρα σε ένα βιβλίο. Στην παραπάνω αιτία συνυπολογίστε, ακόμη, το γεγονός ότι τα πάντα εικονοποιούνται πλέον, το ότι πολλά βιβλία έχουν γίνει ταινίες και τη διαφορετική αντίληψη των νέων για την ψυχαγωγία…
Και ερχόμαστε τώρα στο σχολείο. Η Καλλιόπη Κύρδη (εκπαιδευτικός και συγγραφέας, υπεύθυνη Πολιτιστικών Θεμάτων στην Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Α΄ Αθήνας) λέει: «Το σχολείο μπορεί να δημιουργήσει κίνητρα για ανάγνωση, όπως δραστηριότητες με μορφή παιχνιδιού που εμπλέκουν βιβλία, ώρα ανάγνωσης όπου δάσκαλος και παιδιά επιλέγουν και διαβάζουν βιβλία, αναπάντεχες γωνιές του σχολείου όπου μπορεί να γίνει μια ατμοσφαιρική ανάγνωση, προτάσεις για βιβλία που συνδέονται με τα ενδιαφέροντα κάθε παιδιού, υποστήριξη των επιλογών τους, χρόνος για να μιλήσουν για τα βιβλία που διαβάζουν». Εγώ αναρωτιέμαι: Γίνεται αυτό στη σχολική πραγματικότητα; Μάλλον όχι! Γιατί το εκπαιδευτικό μας σύστημα έτσι είναι φτιαγμένο: φορτωμένο ωρολόγιο πρόγραμμα, κακογραμμένα σχολικά εγχειρίδια αλλά και απλή αποστήθιση κάνουν τους νέους όχι μόνο να μη θέλουν να διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία αλλά να φτάνουν και στο σημείο να μη θέλουν να διαβάσουν ούτε αυτά του σχολείου!
Μετά από όλα αυτά έχουμε την απαίτηση να γράψουν οι μαθητές για τη σημασία της ανάγνωσης, της γραφής και το ρόλο της ποίησης στην καθημερινή τους ζωή!



[1] Ο κ. ΑΛΕΞΙΟΥ αρθρογραφεί στην εφημερίδα της Καρδίτσας «Πρωινός Τύπος» στο φύλλο του Σαββατοκύριακου.


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

Ψυχική ισορροπία (μαθητών και γονέων) κατά την περίοδο των Πανελληνίων εξετάσεων




Ψύχραιμη ματιά
Επιμέλεια: Βασίλης Αλεξίου, Φιλόλογος[1]
                                                                                       


Ψυχική ισορροπία (μαθητών και γονέων) κατά την περίοδο των Πανελληνίων εξετάσεων


Η δοκιμασία των Πανελληνίων εξετάσεων έφτασε[2]. Και λέω «δοκιμασία», γιατί η έντονη πίεση που βιώνουν οι μαθητές που συμμετέχουν δεν είναι μόνο εκπαιδευτική αλλά και ψυχολογική. Καταρχάς, οι μαθητές φθάνουν στις εξετάσεις εξαντλημένοι από τις πολλές ώρες μελέτης και παρακολούθησης μαθημάτων σε σχολεία και (ειδικά φέτος σε διαδικτυακά τηλε-) φροντιστήρια. Επιπρόσθετα, ο έντονος ανταγωνισμός και οι πιθανές συνέπειες για το μέλλον τους εντείνουν το άγχος και τους κάνουν πιο ευάλωτους ψυχικά. Γι’ αυτό επιβάλλεται όλοι μας να δούμε αυτήν την περίοδο σαν μια φάση «κρίσης», που δημιουργεί για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα αυξημένες ανάγκες, οπότε χρειάζονται και αυξημένα αποθέματα ενέργειας και ευελιξίας από το μαθητή και την οικογένεια.
Η κορύφωση του άγχους εκφράζεται διαφορετικά σε κάθε μαθητή. Κάποιοι ταράζονται εμφανώς, κλαίνε, δυσκολεύονται να φάνε ή να κοιμηθούν. Άλλοι γίνονται ευέξαπτοι και έχουν εκρήξεις θυμού. Κάποια παιδιά παλινδρομούν για λίγο σε συμπεριφορές μικρότερης ηλικίας. Για παράδειγμα δε θέλουν να μένουν μόνα τους, αποζητούν την αγκαλιά και τη συντροφιά των γονιών, ζητούν να κοιμηθούν μαζί με την μητέρα τους για ανακούφιση. Κάποια παιδιά δεν μπορούν να συγκεντρωθούν και θέλουν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια τελευταία στιγμή, πριν από τις εξετάσεις. Ακόμη, όμως, και εκείνοι που παραμένουν επιφανειακά ήρεμοι και συγκροτημένοι, εσωτερικά ισορροπούν σε ένα τεντωμένο σκοινί αυτήν την περίοδο. Θυμάμαι ενδεικτικά την περίπτωση ενός μαθητή που φαινόταν εκπληκτικά ήρεμος κατά την περίοδο των εξετάσεων και, αφού εκείνες ολοκληρώθηκαν με θετικά αποτελέσματα, του «βγήκε» το άγχος και η ένταση και πέρασε ένα μικρό επεισόδιο αϋπνίας και ξεφαντώματος για τρία μερόνυχτα! Βέβαια, κατόπιν επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς ζωής, αλλά η περίπτωσή του έμεινε καρφωμένη στο μυαλό μου σαν μια υπενθύμιση της ευάλωτης ψυχικής ισορροπίας των παιδιών την περίοδο των Πανελληνίων. Επομένως, μέσα από το πρίσμα των Πανελληνίων σαν μια φάση κρίσης, οι παραπάνω εκδηλώσεις άγχους, ακόμη και αν φαίνονται υπερβολικές ή ασυνήθιστες για τους διαγωνιζόμενους μαθητές, είναι γενικά φυσιολογικές και υποχωρούν, όταν ολοκληρωθεί η δοκιμασία.
Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις- πολύ λίγες ευτυχώς- που τα συμπτώματα άγχους και συναισθηματικής ταραχής είναι τόσο έντονα ή παρατεταμένα που οι γονείς χρειάζεται να ζητήσουν τη συμβουλή ειδικού. Συνήθως, όμως, αυτό δε χρειάζεται. Αυτό που πρωτίστως έχουν ανάγκη οι υποψήφιοι αυτή τη περίοδο είναι ένα πλαίσιο σταθερότητας, ηρεμίας και στήριξης από την οικογένειά τους. Χρειάζονται τους γονείς να είναι «εκεί»[3] για αυτούς, να τους θυμίσουν ότι πρέπει να τρώνε και να κοιμούνται ικανοποιητικά, να τους ενθαρρύνουν να κάνουν διαλείμματα, να συζητάνε μαζί τους ή απλώς να ακούνε τις ανησυχίες τους και να τους καθησυχάζουν. Να τους δώσουν μια αγκαλιά ή να μείνουν μαζί τους, αν αυτό τους ζητηθεί από τα παιδιά τους. Να μην τρομάζουν ούτε να απελπίζονται, όταν το παιδί τρομάζει. Το κυριότερο: Να τους θυμίζουν ότι οι ίδιοι θα είναι εκεί, για να τους αποδεχτούν και να τους στηρίξουν όποια και αν είναι τα αποτελέσματα (των γραπτών εξετάσεων)!



[1] Ο κ. ΑΛΕΞΙΟΥ αρθρογραφεί στην εφημερίδα της Καρδίτσας «Πρωινός Τύπος» στο φύλλο του Σαββατοκύριακου.

[2] Η «αυλαία» των Πανελληνίων Εξετάσεων του 2020 αρχίζει μεθαύριο Δευτέρα 15 Ιουνίου για τα Γενικά Λύκεια (ΓΕΛ). Μια ημέρα αργότερα, την Τρίτη 16 Ιουνίου, αρχίζουν οι Πανελλήνιες για τα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ). Συμμετέχουν περίπου 102.000 μαθητές για μια από τις 77.970 θέσεις της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

[3] Η λέξη μπήκε σε εισαγωγικά ως μια επισήμανση και για εκείνους τους γονείς που είναι διαζευγμένοι. Ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια του παιδιού είναι «εκεί», όταν μιλάει με το παιδί του, αφουγκράζεται τις ανησυχίες και τους φόβους του κ.τ.λ..  Ενέργεια, βέβαια, που πρέπει να γίνεται διαχρονικά και όχι μόνο την περίοδο των εξετάσεων, εννοείται…

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Παλιότερα έλεγαν: «Δάσκαλος γεννιέται κανείς, δε γίνεται!». Σήμερα, όμως;


Ψύχραιμη ματιά
                                                                                                      


Επιμέλεια: Βασίλης Αλεξίου, Φιλόλογος[1]
                                                                                        



Παλιότερα έλεγαν: «Δάσκαλος γεννιέται κανείς, δε γίνεται!». Σήμερα, όμως;[2]


Το ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών αποτελεί διαχρονικά το «αγκάθι» κάθε εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Δικαιολογημένα, καθώς το επάγγελμα του εκπαιδευτικού είναι από τη φύση του πολυσύνθετο και απαιτητικό, με συνέπεια η αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου να είναι εκ προοιμίου μια ιδιαιτέρως σύνθετη υπόθεση.
Η αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής λειτουργίας δεν ποσοτικοποιείται εύκολα σε ρούμπρικες (=κλίμακες διαβαθμισμένων κριτηρίων) αξιολόγησης αλλά συνδέεται εν πολλοίς με την αποτίμηση «εσωτερικών» χαρακτηριστικών. Πώς άραγε μπορεί να αποδοθεί σε κλίμακα η αγάπη για τον άνθρωπο και δη για τα παιδιά, που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των θεραπόντων των ουμανιστικών επιστημών; Άλλωστε, η καθημερινή τριβή των εκπαιδευτικών με την τάξη άλλους αναβαπτίζει και ενδυναμώνει –ελπίζουμε τους περισσότερους– και άλλους φθείρει και απωθεί.
Τις παλαιότερες εποχές έλεγαν «Δάσκαλος γεννιέται κανείς, δε γίνεται!». Και φαίνεται ότι αυτό ίσχυε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Σήμερα, όμως, ο δάσκαλος για να είναι αποτελεσματικός στο έργο του, πρέπει να ε  ίναι πάνω από όλα «άνθρωπος της εποχής του»: επικοινωνιακός, ψηφιακά γραμματισμένος, με πληθώρα ενδιαφερόντων που εδράζονται και σε άλλα πεδία εκτός του διδακτικού του αντικειμένου. Να είναι δηλαδή, συν τοις άλλοις, ένας ικανός μάνατζερ «εύπλαστου» και συγχρόνως δύστροπου ανθρώπινου δυναμικού (των εφήβων μαθητών του), κοντολογίς ένας τύπος ενδιαφέρων και όχι ανιαρός.
Από την άλλη πλευρά, η πραότητα, η ηρεμία και η υπομονή που χαρακτήριζε τους αυθεντικούς δασκάλους παλαιότερων εποχών συνεχίζουν να αποτελούν σταθερές αξίες και στην «ταραγμένη» εποχή μας. Τα παιδιά σήμερα έχουν  περισσότερα ερεθίσματα και ενδιαφέροντα, η σκέψη τους είναι ευέλικτη και ασυγκράτητη, διεκδικούν και αντιδρούν. Συνεπώς, η χαλιναγώγησή τους και η μύησή τους στους κανόνες του κοινωνικού συνόλου και της ιεραρχίας απαιτεί από τον εκπαιδευτικό λεπτούς χειρισμούς, «τρόπο».
Δυστυχώς αυτός ο «τρόπος» διδάσκεται επιδερμικά στους αποφοίτους των καθηγητικών σχολών, οπότε, όταν έρχεται η ώρα της «πράξης» στην τάξη, απαιτεί κόπο και προσήλωση, για να τον εγκολπωθεί κανείς. Είναι η παιδαγωγική επάρκεια και η συμβουλευτική των μαθητών που κάνει τη διαφορά και αγγίζει τις ευαίσθητες κεραίες των νέων ή τους οδηγεί στην απάθεια και την απαξίωση του εκπαιδευτικού και του έργου του.
Τέλος, φθάσαμε να θεωρούμε παράμετρο ήσσονος σημασίας, σε σύγκριση με τα προαναφερθέντα, τη γνωστική επάρκεια ή ανεπάρκεια κάθε εκπαιδευτικού. Στην πραγματικότητα καθόλου δεν είναι. Προφανώς το σύγχρονο σχολείο έχει ανάγκη από στέρεα καταρτισμένους δασκάλους, που έχουν εμβαθύνει στη γνώση, ανθρώπους καλλιεργημένους και καλλιεπείς. Πάντως, χαρακτηρισμοί, καθ’ υπερβολήν πάντα, όπως «τέρας της γνώσης» ή «κινητή βιβλιοθήκη» μάλλον ανήκουν στο λεξιλόγιο των πατεράδων μας, όταν εκείνοι ήταν μαθητές και σιγά-σιγά φθίνει…
Πού καταλήγουμε; Ο σύγχρονος δάσκαλος πρέπει να είναι πειστικός και επιδραστικός. Να πείθει τους μαθητές του για την αναγκαιότητα απόκτησης της συγκεκριμένης γνώσης και μάθησης και να τους υποδεικνύει το δρόμο πώς θα την κατακτήσουν. Το εύρος της γνώσης είναι τεράστιο καθώς και οι πηγές από όπου μπορεί να την προσεγγίσει κανείς, με πρώτη και κύρια το διαδίκτυο.
Και κάτι τελευταίο σε σχέση με το ρόλο του δασκάλου στο σχολείο: Δε γνωρίζω βέβαια εάν μπορεί να αποτιμηθεί αξιολογικά με την ευκολία που ποσοτικοποιούνται οι μεταπτυχιακοί τίτλοι και άλλες ακαδημαϊκές περγαμηνές, ωστόσο «πραγματικό» Δάσκαλο θεωρώ εκείνον που καταφέρνει να παραδειγματίζει με το ήθος και τη συμπεριφορά του και να αποτελεί αξιακό φορέα κάθε κοινωνίας ή μικρο-κοινωνίας. Αλλά αυτά τα προσόντα δεν περιλαμβάνονται καν στις ρούμπρικες της αξιολόγησης…





[1] Ο κ. ΑΛΕΞΙΟΥ αρθρογραφεί στο φύλλο του Σαββατοκύριακου της εφημερίδας "Πρωινός Τύπος" Καρδίτσας.
[2] Κείμενο του συναδέλφου εκπαιδευτικού Βασίλη Πλατή (Μουσικό Σχολείο Γιαννιτσών Πέλλας), διασκευασμένο από τον έχοντα την επιμέλεια της στήλης.